Είπαμε λοιπόν ότι ο τρόπος κέρδους ενός διοργανωτή τυχερών παιχνιδιών είναι η μείωση της απόδοσης, σε σχέση με την μαθηματικά σωστή. Ορίζεται δηλαδή ένα μέγεθος, η γνωστή γκανιότα, σαν ποσοστό κέρδους του διοργανωτή. Το ποσοστό αυτό κέρδους ποικίλει με το παιχνίδι και τους κανόνες του.
Ας δούμε λοιπόν τη γκανιότα πρώτα μαθηματικά. Θα χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο παράδειγμα, αυτό της ρίψης ενός νομίσματος αυτή τη φορά, λόγω απλοποίησης των πράξεων. Η πιθανότητα να έρθει κορώνα ή γράμματα είναι φυσικά 50%, αφού έχουμε ένα ενδεχόμενο αποτέλεσμα από δύο πιθανά. Άρα, η δίκαιη απόδοση δεν είναι άλλη από 2. Εάν λοιπόν ρίχνατε ένα νόμισμα και ποντάρατε πάντα το ίδιο ποσό με απόδοση 2, σε βάθος χρόνου, ούτε θα χάνατε ούτε θα κερδίζατε. Βραχυχρόνια μπορεί να βρισκόσασταν χαμένοι ή κερδισμένοι, αλλά μακροχρόνια θα είχατε τα ίδια χρήματα με αυτά που αρχίσατε.
Ας υποθέσουμε ότι ο διοργανωτής του παιχνιδιού δίνει απόδοση να έρθει κορώνα ή γράμματα ίση με 1,80 αντί για την δίκαιη απόδοση 2, που όπως είδαμε, μακροχρόνια δεν δίνει κέρδος σε κανέναν. Δίνοντας μειωμένη απόδοση λοιπόν 1,80, το αναμενόμενο κέρδος (ΑΚ) για τον παίχτη που ποντάρει ένα ποσό Α είναι ΑΚ = 50% x (0,8 x Α) - 50% x Α αφού εάν κερδίσει θα πάρει πίσω καθαρά (1,80-1) x Α = (0,8 x Α) και αν χάσει, θα δώσει Α. Επομένως, το αναμενόμενο κέρδος γίνεται ΑΚ = -50% x (0,2 x Α) = -10% x Α δηλαδή αρνητικό! Δηλαδή, ΚΑΘΕ φορά που ποντάρουμε σε ένα τέτοιο στοίχημα, κατά μέσο όρο, χάνουμε το 10% της μίζας μας. Σε μεγάλο αριθμό στοιχημάτων, θα δούμε πράγματι να έχουμε χάσει το 10% του συνολικού ποσού που θα έχουμε ποντάρει. ΑΥΤΗ είναι η γκανιότα λοιπόν. Αυτό το μαγικό 10% για τον bookie, που του εξασφαλίζει σίγουρο κέρδος μακροχρόνια.
Στην συντριπτική πλειοψηφία των στοιχηματικών sites, θα δείτε έναν ορισμό της γκανιότας τελείως λανθασμένο, έναν ορισμό χωρίς νόημα. Λένε λοιπόν: Ας υποθέσουμε ότι ένας αγώνας βγαίνει με αποδόσεις 1,80-3,10-3,50 για 1, Χ και 2 αντίστοιχα. Εάν αντιστρέψουμε τις αποδόσεις και τις προσθέσουμε, θα βγει
(1/1,80) + (1/3,10) + (1/3,50) = 116%
και άρα η γκανιότα είναι 16%. Το σωστό είναι ότι η γκανιότα είναι
1 - (1/116%) = 13,8%
Στο παράδειγμα με τη ρίψη του νομίσματος με απόδοση 1,80, κατά αυτούς η γκανιότα είναι
(1/1,80) + (1/1,80) = 111% δηλαδή 11%, ενώ το σωστό είναι
1 - (1/111%) = 10%
Αφού λοιπόν δείξαμε πώς υπολογίζεται η γκανιότα σωστά, ας δούμε και δυο πραγματάκια σε μεγαλύτερο βάθος. Ας κάνουμε πάλι τον απαραίτητο διαχωρισμό ανάμεσα σε τεχνικά και μη παιχνίδια. Στα πρώτα, όπως στη ρίψη ζαριού και νομίσματος, η γκανιότα είναι το ποσοστό της μίζας σου που χάνεις κατά μέσο όρο κάθε φορά που ποντάρεις. Ο bookmaker δηλαδή σου προσφέρει μειωμένη απόδοση σε σχέση με την μαθηματικά δίκαιη, με αποτέλεσμα να σου τρώει το κεφάλαιο λίγο-λίγο. Τα 100 ευρώ που ποντάρεις δηλαδή με γκανιότα 10%, αξίζουν 90.
Τι γίνεται σε ένα καζίνο για παράδειγμα με τη γκανιότα? Η ευρωπαϊκή ρουλέτα έχει γκανιότα εάν παίζεις κόκκινο-μαύρο ίση με 2,7%. Τα κέρδη δηλαδή του καζίνο μακροχρόνια, θα είναι ο συνολικός τζίρος που έγινε σε αυτό το στοίχημα επί 2,7%. Το αναμενόμενο κέρδος για τον παίκτη είναι αρνητικό (και ίσο με το ποσό πονταρίσματος Α επί 2,7%) και επομένως είναι δεδομένο ότι η ρουλέτα ΔΕΝ κερδίζεται μακροχρόνια. Εκεί η γκανιότα είναι θανατηφόρα.
Τι γίνεται όμως στο αθλητικό στοίχημα; Εκεί το παιχνίδι που προσφέρεται, δεν είναι τεχνικό και η πιθανότητες έκβασης καθορίζονται υποκειμενικά από τον book. Επομένως, η μαθηματική ανάλυση σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να είναι ακριβής. Όταν ένας αγώνας, έχει απόδοση στον άσσο 1,90 και εγώ σαν παίκτης προσωπικά, θεωρώ σωστή την απόδοση αυτή, τότε ουσιαστικά ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΚΑΝΙΟΤΑ. Η γκανιότα στο ποδόσφαιρο και στα άλλα αθλήματα δεν έχει την ίδια επίδραση όπως στα τεχνικά τυχερά παιχνίδια. Είναι θέμα εκτίμησης του καθενός. Αν εγώ θεωρώ σούπερ την απόδοση 1,50 σε ένα σημείο ενός ματς, τότε δεν με ενδιαφέρει η γκανιότα! Το μόνο για το οποίο θα μπορούσα να γκρινιάξω, είναι ότι με μικρότερη γκανιότα θα είχα μεγαλύτερη απόδοση στο σημείο που επιλέγω, το οποίο όμως το έχω ήδη σε απόδοση μεγαλύτερη απ' αυτή που ΕΓΩ εκτιμώ.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστη η γκανιότα για τον bookmaker. Οι μαθηματικές αρχές του τζόγου, στο ποδόσφαιρο δεν ισχύουν επακριβώς, όπως στη ρουλέτα που αναφέραμε. Είναι απλά γενικοί οδηγοί, γενικές κατευθύνσεις που πρέπει να ακολουθούμε, αλλά όχι με μαθηματικά αυστηρό τρόπο. Ο bookmaker λοιπόν, κερδίζει και από τη γκανιότα, διότι έχει απέναντί του τη μάζα των παικτών που παίζουν καθημερινά, παίζουν πολλά παιχνίδια μαζί και οδηγούνται με ακρίβεια στη χρεοκοπία. Η γκανιότα δεν είναι τόσο για τον επιλεκτικό παίκτη, όσο για τη μάζα. Η μάζα παίζει κατά κόρον φαβορί και για να θησαυρίσει ο κάθε bookmaker απλά περιμένει να σπάσουν 2-3 καυτά φαβορί κάθε Σαββατοκύριακο. Μόνο γι' αυτά ρωτάει και αγωνιά, αφού εκεί θα έχει δεχτεί χοντρό παιχνίδι. Και από το σπάσιμο των φαβορί θησαυρίζει, να είστε σίγουροι γι' αυτό.
MONEY MANAGEMENT
Μη παίζετε κάθε μέρα. Για να μην σε επηρεάζει η γκανιότα, πρέπει να παίζεις επιλεκτικά και να παίζεις μονά παιχνίδια. Και επιλεκτικό παιχνίδι κάθε μέρα είναι δύσκολο να γίνει. Επίσης, μην αλλάζετε απότομα τη μίζα που παίζετε. Παίζοντας με περίπου σταθερή μίζα, ρισκάρεις λιγότερο διότι εάν μετά από ένα ταμείο ανεβάσεις στο διπλάσιο πχ τη μίζα σου στην ίδια απόδοση, θα βρεθείς να είσαι μείον στο ταμείο. Γενικώς το money management στο ποδοσφαιρικό στοίχημα είναι μια πολύ σχετική έννοια. Δεν υπάρχει σαφής μαθηματική επεξήγηση, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του ότι η μίζα πρέπει να έρχεται σε αναλογία με τη κάβα σου και το ρίσκο σου. Την αναλογία την καθορίζει ο καθένας μόνος από το στυλ παιχνιδιού που ακολουθεί, το σύστημα που παίζει, την συχνότητα παιχνιδιού του, καθώς και από το τι στόχους έχει μακροχρόνια.
Όλα τα παραπάνω όμως, εάν και είναι σωστά, δεν είναι και απόλυτα. Ο καθένας έχει το σύστημά του, τις ομάδες και τις αποδόσεις που γουστάρει να παίζει. Όλα είναι σχετικά λοιπόν. Όλα τα παραπάνω αποτελούν έναν οδηγό, από τον οποίο όμως ακόμη κι εγώ παρεκκλίνω.
|